αλληλοτρώγομαι
•
- κυριολεκτικάγια κάποιους που τρώει ο ένας τον άλλον Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια κάποιους που μεταξύ τους υπάρχει αντιπαράθεση και διαμάχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλοτρώγομαι < αλληλο- + φάγωμα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική s’entremanger)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλοτρώγομαι | αλληλοτρωγομάιτα |
| Γενική | αλληλοτρωγομάιτος | αλληλοτρωγομαίτων |
| Αιτιατική | αλληλοτρώγομαι | αλληλοτρωγομάιτα |
| Κλητική | αλληλοτρώγομαι | αλληλοτρωγομάιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →