αλληλουχία
•
- λόγιοη σειρά και ακολουθία όμοιων πραγμάτων, ο σύνδεσμος ανάμεσα σε ό,τι προηγείται με ό,τι έπεται Βικιλεξικό
- λόγιοο ειρμός, η λογική σύνδεση νοημάτων και σκέψεων Βικιλεξικό
- Αξίζει να προσέξουμε τη λογική αλληλουχία των συλλογισμών του.
Ετυμολογία
αλληλουχία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλληλουχία < ἀλληλ (< ἀλλήλων) + -ουχία (< έχω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλουχία | αλληλουχίες |
| Γενική | αλληλουχίας | αλληλουχιών |
| Αιτιατική | αλληλουχία | αλληλουχίες |
| Κλητική | αλληλουχία | αλληλουχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →