αλληλούια
•
- θρησκείαεπιφώνημα χαράς που λήγει ορισμένους ύμνους, κυρίως κατά το Πάσχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλούια < ελληνιστική κοινή ἀλληλούϊα < εβραϊκή הללויה (hal'lúyah) < הללו (hal'lú, υμνώ) + יה (yah, Ιεχωβά)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →