αλληλούχηση
•
- βιολογίαη διαδικασία καθορισμού / προσδιορισμού της αλληλουχίας ή της σειράς των βάσεων του DNA / RNA ή της σειράς των αμινοξέων των πρωτεϊνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλληλούχηση < αλληλουχώ + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική sequencing)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλληλούχηση | αλληλουχήσεις |
| Γενική | αλληλούχησης | αλληλουχήσεων |
| Αιτιατική | αλληλούχηση | αλληλουχήσεις |
| Κλητική | αλληλούχηση | αλληλουχήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →