αλλοδαπή
•
- η υπήκοος μιας ξένης χώρας Βικιλεξικό
- χωρίς πληθυντικότο εξωτερικό, οι ξένες χώρες Βικιλεξικό
- σπουδάζει στην αλλοδαπή
Ετυμολογία
αλλοδαπή < θηλυκό του αλλοδαπός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοδαπή | αλλοδαπές |
| Γενική | αλλοδαπής | αλλοδαπών |
| Αιτιατική | αλλοδαπή | αλλοδαπές |
| Κλητική | αλλοδαπή | αλλοδαπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →