αλλοιώνομαι
•
- μεταβάλλεται η ουσία μου Βικιλεξικό
- σαπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοιώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αλλοιώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλλοιώνομαι | αλλοιώνεσαι | αλλοιώνεται | αλλοιωνόμαστε | αλλοιώνεστε | αλλοιώνονται |
| Παρατατικός | αλλοιωνόμουν / αλλοιωνόμουνα | αλλοιωνόσουν / αλλοιωνόσουνα | αλλοιωνόταν / αλλοιωνότανε | αλλοιωνόμασταν / αλλοιωνόμαστε | αλλοιωνόσασταν / αλλοιωνόσαστε | αλλοιωνόντουσαν / αλλοιώνονταν |
| Αόριστος | αλλοιώθηκα | αλλοιώθηκες | αλλοιώθηκε | αλλοιωθήκαμε | αλλοιωθήκατε | αλλοιωθήκαν / αλλοιωθήκανε / αλλοιώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αλλοιωθώ / θα αλλοιώνομαι | θα αλλοιωθείς / θα αλλοιώνεσαι | θα αλλοιωθεί / θα αλλοιώνεται | θα αλλοιωθούμε / θα αλλοιωνόμαστε | θα αλλοιωθείτε / θα αλλοιώνεστε | θα αλλοιωθούν / θα αλλοιωθούνε / θα αλλοιώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αλλοιωθεί | έχεις αλλοιωθεί | έχει αλλοιωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλλοιωθεί | είχες αλλοιωθεί | είχε αλλοιωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλλοιωθεί / να αλλοιωθώ / να αλλοιώνομαι | να έχεις αλλοιωθεί / να αλλοιωθείς / να αλλοιώνεσαι | να έχει αλλοιωθεί / να αλλοιωθεί / να αλλοιώνεται | να αλλοιωθούμε / να αλλοιωνόμαστε | να αλλοιωθείτε / να αλλοιώνεστε | να αλλοιωθούν / να αλλοιωθούνε / να αλλοιώνονται |
| Προστακτική | — | αλλοιώνου / αλλοιώσου | — | — | αλλοιωθείτε / αλλοιώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →