αλλοιώνω
•
- αλλάζω, μεταβάλλω, τροποποιώ, επεξεργάζομαι κάτι, προς το χειρότερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοιώνω < αρχαία ελληνική ἀλλοιόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλλοιώνω | αλλοιώνεις | αλλοιώνει | αλλοιώνουμε | αλλοιώνετε | αλλοιώνουν / αλλοιώνουνε |
| Παρατατικός | αλλοίωνα | αλλοίωνες | αλλοίωνε | αλλοιώναμε | αλλοιώνατε | αλλοίωναν / αλλοιώναν / αλλοιώνανε |
| Αόριστος | αλλοίωσα | αλλοίωσες | αλλοίωσε | αλλοιώσαμε | αλλοιώσατε | αλλοίωσαν / αλλοιώσαν / αλλοιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αλλοιώνω / θα αλλοιώσω | θα αλλοιώνεις / θα αλλοιώσεις | θα αλλοιώνει / θα αλλοιώσει | θα αλλοιώνουμε / θα αλλοιώσουμε | θα αλλοιώνετε / θα αλλοιώσετε | θα αλλοιώνουν / θα αλλοιώνουνε / θα αλλοιώσουν / θα αλλοιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλλοιώσει | έχεις αλλοιώσει | έχει αλλοιώσει | έχουμε αλλοιώσει | έχετε αλλοιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλλοιώσει | είχες αλλοιώσει | είχε αλλοιώσει | είχαμε αλλοιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλλοιώσει / να αλλοιώνω / να αλλοιώσω | να έχεις αλλοιώσει / να αλλοιώνεις / να αλλοιώσεις | να έχει αλλοιώσει / να αλλοιώνει / να αλλοιώσει | να έχουμε αλλοιώσει / να αλλοιώνουμε / να αλλοιώσουμε | να έχετε αλλοιώσει / να αλλοιώνετε / να αλλοιώσετε | να αλλοιώνουν / να αλλοιώνουνε / να αλλοιώσουν / να αλλοιώσουνε |
| Προστακτική | — | αλλοίωνε / αλλοίωσε | — | — | αλλοιώνετε / αλλοιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →