αλλοπαρμένος
•
- που κάτι έχει πάρει το μυαλό του, που το μυαλό του έχει φύγει, είναι αλλού, σαν να μην επικοινωνεί, ιδιόρρυθμος, που ζει στον κόσμο του Βικιλεξικό
- αλαφροΐσκιωτος, σαν ξωτικό Βικιλεξικό
- που τα έχασε από μια τραγωδία που τον βρήκε και αρνείται να επικοινωνήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοπαρμένος < ἀλλοπαρμένος < άλλο + παρμένος (μετοχή παθ. παρακειμένου του ρήματος παίρνω
Άλλοι τύποι
αλλοπαρμένααλλοπαρμένεαλλοπαρμένεςαλλοπαρμένηαλλοπαρμένηςαλλοπαρμένοαλλοπαρμένοιαλλοπαρμένοςαλλοπαρμένουαλλοπαρμένουςαλλοπαρμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →