αλλοπρόσαλλος
•
- για άνθρωποασταθής στις ιδέες του και τη συμπεριφορά του, σε σημείο που οι άλλοι να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν και πώς να φερθούν μαζί του Βικιλεξικό
- Ο προϊστάμενός μας ήταν ένας αλλοπρόσαλλος άνθρωπος· κανείς μας δεν ήξερε πώς θα μας συμπεριφερόταν ή πώς να του συμπεριφερθούμε εμείς.
- άστατος, ευμετάβολος, που δεν είναι σταθερός Βικιλεξικό
- αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά
Ετυμολογία
αλλοπρόσαλλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλλοπρόσαλλος < ἄλλο τε προς ἄλλον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοπρόσαλλος | αλλοπρόσαλλη | αλλοπρόσαλλο |
| Γενική | αλλοπρόσαλλου | αλλοπρόσαλλης | αλλοπρόσαλλου |
| Αιτιατική | αλλοπρόσαλλο | αλλοπρόσαλλη | αλλοπρόσαλλο |
| Κλητική | αλλοπρόσαλλε | αλλοπρόσαλλη | αλλοπρόσαλλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοπρόσαλλοι | αλλοπρόσαλλες | αλλοπρόσαλλα |
| Γενική | αλλοπρόσαλλων | αλλοπρόσαλλων | αλλοπρόσαλλων |
| Αιτιατική | αλλοπρόσαλλους | αλλοπρόσαλλες | αλλοπρόσαλλα |
| Κλητική | αλλοπρόσαλλοι | αλλοπρόσαλλες | αλλοπρόσαλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →