αλλυλικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με αλλύλιο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλυλικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική allylique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική allylic < allyl < λατινική allium (σκόρδο) / alium
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλυλικός | αλλυλική | αλλυλικό |
| Γενική | αλλυλικού | αλλυλικής | αλλυλικού |
| Αιτιατική | αλλυλικό | αλλυλική | αλλυλικό |
| Κλητική | αλλυλικέ | αλλυλική | αλλυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλυλικοί | αλλυλικές | αλλυλικά |
| Γενική | αλλυλικών | αλλυλικών | αλλυλικών |
| Αιτιατική | αλλυλικούς | αλλυλικές | αλλυλικά |
| Κλητική | αλλυλικοί | αλλυλικές | αλλυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →