Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλόφρων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει χάσει την ψυχραιμία του και τον έλεγχο των πράξεών του, εκτός εαυτού, σε κατάσταση παραφοράς Βικιλεξικό
    • Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
  2. που έχει διαφορετικό φρόνημα - πεποιθήσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλόφρων < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλλόφρων < (ἄλλος) ἀλλό- + -φρων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλόφρονας / αλλόφρωναλλόφρωναλλόφρον
Γενικήαλλόφρονα / αλλόφρονοςαλλόφρονοςαλλόφρονος
Αιτιατικήαλλόφρονααλλόφρονααλλόφρον
Κλητικήαλλόφρονα / αλλόφρωναλλόφρωναλλόφρον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλόφρονεςαλλόφρονεςαλλόφρονα
Γενικήαλλοφρόνωναλλοφρόνωναλλοφρόνων
Αιτιατικήαλλόφρονεςαλλόφρονεςαλλόφρονα
Κλητικήαλλόφρονεςαλλόφρονεςαλλόφρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →