αλλόφρων
•
- που έχει χάσει την ψυχραιμία του και τον έλεγχο των πράξεών του, εκτός εαυτού, σε κατάσταση παραφοράς Βικιλεξικό
- Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
- που έχει διαφορετικό φρόνημα - πεποιθήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλόφρων < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀλλόφρων < (ἄλλος) ἀλλό- + -φρων
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλόφρονας / αλλόφρων | αλλόφρων | αλλόφρον |
| Γενική | αλλόφρονα / αλλόφρονος | αλλόφρονος | αλλόφρονος |
| Αιτιατική | αλλόφρονα | αλλόφρονα | αλλόφρον |
| Κλητική | αλλόφρονα / αλλόφρων | αλλόφρων | αλλόφρον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλόφρονες | αλλόφρονες | αλλόφρονα |
| Γενική | αλλοφρόνων | αλλοφρόνων | αλλοφρόνων |
| Αιτιατική | αλλόφρονες | αλλόφρονες | αλλόφρονα |
| Κλητική | αλλόφρονες | αλλόφρονες | αλλόφρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →