Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλόφωνο

/aˈlo.fo.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλωσσολογίαφθόγγος που είναι παραλλαγή ή ποικιλία του ίδιου φωνήματος· το ποια παραλλαγή θα εμφανιστεί, εξαρτάται από το ηχητικό περιβάλλον και τους φωνολογικούς κανόνες κάθε γλώσσας Βικιλεξικό
    • παραδειγμα: Στα νέα ελληνικά, οι φθόγγοι [k] και [c] είναι αλλόφωνα του φωνήματος /k/. Tο [k] εμφανίζεται πριν από σύμφωνα και πριν από /a/, /o/, /u/ ενώ το [c] πριν από /e/, /i/.
    • αναλυτική εξήγηση - Γλωσσάρι όρων γλωσσολογίας που χρησιμοποιούνται στα σχολικά εγχειρίδια. - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012

Ετυμολογία

αλλόφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική allophone στη σημασία για τη γλωσσολογία) < allo- (αρχαία ελληνική ἀλλο- + φωνή. Μορφολογικά αναλύεται σε αλλό- + -φωνο ουδέτερο του αλλόφωνος. Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀλλόφωνος (ξενόγλωσσος).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλλόφωνοαλλόφωνα
Γενικήαλλοφώνου / αλλόφωνουαλλοφώνων / αλλόφωνων
Αιτιατικήαλλόφωνοαλλόφωνα
Κλητικήαλλόφωνοαλλόφωνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →