αλλόχθων
•
- λόγιοπου κατάγεται από άλλη χώρα ή προέρχεται απʼ αυτή Βικιλεξικό
- οικολογίαπου έχει μεταφερθεί από άλλο μέρος ή περιοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλόχθων < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική allochthon ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική allochtone ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική allochthon < αρχαία ελληνική ἄλλος + χθών
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλόχθων | αλλόχθων | αλλόχθον |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →