Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλόχθων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου κατάγεται από άλλη χώρα ή προέρχεται απʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. οικολογίαπου έχει μεταφερθεί από άλλο μέρος ή περιοχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλόχθων < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική allochthon ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική allochtone ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική allochthon < αρχαία ελληνική ἄλλος + χθών

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλόχθωναλλόχθωναλλόχθον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →