αλογάς
•
- επάγγελμααυτός που εκτρέφει άλογα Βικιλεξικό
- επάγγελμαέμπορος αλόγων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογάς < άλογ(ο) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογάς | αλογάδες |
| Γενική | αλογά | αλογάδων |
| Αιτιατική | αλογά | αλογάδες |
| Κλητική | αλογά | αλογάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →