αλογία
•
- λόγιοη έλλειψη επικράτησης του ορθού λόγου Βικιλεξικό
- ψυχιατρικήσημαντική μείωση της εκφραστικής ικανότητας, που εκδηλώνεται με φτωχό λεξιλόγιο, απουσία αυθόρμητης ροής και αδυναμία διατύπωσης ουσιαστικού περιεχομένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογία < αρχαία ελληνική ἀλογία < ἀ + λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογία | αλογίες |
| Γενική | αλογίας | αλογιών |
| Αιτιατική | αλογία | αλογίες |
| Κλητική | αλογία | αλογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →