Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη έλλειψη επικράτησης του ορθού λόγου Βικιλεξικό
  2. ψυχιατρικήσημαντική μείωση της εκφραστικής ικανότητας, που εκδηλώνεται με φτωχό λεξιλόγιο, απουσία αυθόρμητης ροής και αδυναμία διατύπωσης ουσιαστικού περιεχομένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλογία < αρχαία ελληνική ἀλογία < ἀ + λόγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλογίααλογίες
Γενικήαλογίαςαλογιών
Αιτιατικήαλογίααλογίες
Κλητικήαλογίααλογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →