αλογίκευτος
•
- που δεν έχει λογικευτεί ή δεν μπορεί να λογικευτεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογίκευτος < α- + λογικεύω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογίκευτος | αλογίκευτη | αλογίκευτο |
| Γενική | αλογίκευτου | αλογίκευτης | αλογίκευτου |
| Αιτιατική | αλογίκευτο | αλογίκευτη | αλογίκευτο |
| Κλητική | αλογίκευτε | αλογίκευτη | αλογίκευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογίκευτοι | αλογίκευτες | αλογίκευτα |
| Γενική | αλογίκευτων | αλογίκευτων | αλογίκευτων |
| Αιτιατική | αλογίκευτους | αλογίκευτες | αλογίκευτα |
| Κλητική | αλογίκευτοι | αλογίκευτες | αλογίκευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →