Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλογίκευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λογικευτεί ή δεν μπορεί να λογικευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλογίκευτος < α- + λογικεύω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλογίκευτοςαλογίκευτηαλογίκευτο
Γενικήαλογίκευτουαλογίκευτηςαλογίκευτου
Αιτιατικήαλογίκευτοαλογίκευτηαλογίκευτο
Κλητικήαλογίκευτεαλογίκευτηαλογίκευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλογίκευτοιαλογίκευτεςαλογίκευτα
Γενικήαλογίκευτωναλογίκευτωναλογίκευτων
Αιτιατικήαλογίκευτουςαλογίκευτεςαλογίκευτα
Κλητικήαλογίκευτοιαλογίκευτεςαλογίκευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →