Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλογίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ταιριάζει με άλογο ή που προέρχεται από αυτό Βικιλεξικό
    • αλογίσιο κρέας, αλογίσιο πρόσωπο

Ετυμολογία

αλογίσιος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλογίσιοςαλογίσιααλογίσιο
Γενικήαλογίσιουαλογίσιαςαλογίσιου
Αιτιατικήαλογίσιοαλογίσιααλογίσιο
Κλητικήαλογίσιεαλογίσιααλογίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλογίσιοιαλογίσιεςαλογίσια
Γενικήαλογίσιωναλογίσιωναλογίσιων
Αιτιατικήαλογίσιουςαλογίσιεςαλογίσια
Κλητικήαλογίσιοιαλογίσιεςαλογίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →