αλογατάκι
•
- υποκοριστικότο αλογάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογατάκι < αλόγατ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι, υποκοριστικό του άλογο (από τον ιδιόμορφο πληθυντικό αλόγατα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογατάκι | αλογατάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | αλογατάκι | αλογατάκια |
| Κλητική | αλογατάκι | αλογατάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →