αλογοδαμαστής
•
- αυτός που δαμάζει άγρια άλογα Βικιλεξικό
- Σῦρε στ' ἀλογοδαμαστῆ τοῦ Νέστορα ἴσια τώρα. (Ομήρου Οδύσσεια.Έμμετρη μετάφραση (1900, α-φ): Αργύρης Εφταλιώτης, 3 (γ), στίχ.17 στη Βικιθήκη)
- καί τό Λευτέρη τό μικρόν αλογοδαμαστή που άποπατούσε κάτου απ’ τη συκιά τρώγοντας ένα μήλο
- και δείξ᾽ το στον πατέρα σου τον Αλογοδαμαστή | κατάλευκο θυσιάζοντάς του ταύρο».
Ετυμολογία
αλογοδαμαστής, < άλογ(ο) + -ο- + δαμαστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογοδαμαστής | αλογοδαμαστές |
| Γενική | αλογοδαμαστή | αλογοδαμαστών |
| Αιτιατική | αλογοδαμαστή | αλογοδαμαστές |
| Κλητική | αλογοδαμαστή | αλογοδαμαστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →