Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλογοδαμαστής

/a.lo.ɣo.ða.maˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που δαμάζει άγρια άλογα Βικιλεξικό
    • Σῦρε στ' ἀλογοδαμαστῆ τοῦ Νέστορα ἴσια τώρα. (Ομήρου Οδύσσεια.Έμμετρη μετάφραση (1900, α-φ): Αργύρης Εφταλιώτης, 3 (γ), στίχ.17 στη Βικιθήκη)
    • καί τό Λευτέρη τό μικρόν αλογοδαμαστή που άποπατούσε κάτου απ’ τη συκιά τρώγοντας ένα μήλο
    • και δείξ᾽ το στον πατέρα σου τον Αλογοδαμαστή | κατάλευκο θυσιάζοντάς του ταύρο».

Ετυμολογία

αλογοδαμαστής, < άλογ(ο) + -ο- + δαμαστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλογοδαμαστήςαλογοδαμαστές
Γενικήαλογοδαμαστήαλογοδαμαστών
Αιτιατικήαλογοδαμαστήαλογοδαμαστές
Κλητικήαλογοδαμαστήαλογοδαμαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →