αλογοσύρτης
•
- αυτός που κλέβει άλογα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτός που κλέβει ζώα Βικιλεξικό
- ο κλεπταποδόχος - διακινητής κλεμμένων ζώων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογοσύρτης < άλογο + -ο- + σύρτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογοσύρτης | αλογοσύρτες |
| Γενική | αλογοσύρτη | αλογοσυρτών |
| Αιτιατική | αλογοσύρτη | αλογοσύρτες |
| Κλητική | αλογοσύρτη | αλογοσύρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →