Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλογοσύρτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που κλέβει άλογα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαυτός που κλέβει ζώα Βικιλεξικό
  3. ο κλεπταποδόχος - διακινητής κλεμμένων ζώων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλογοσύρτης < άλογο + -ο- + σύρτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλογοσύρτηςαλογοσύρτες
Γενικήαλογοσύρτηαλογοσυρτών
Αιτιατικήαλογοσύρτηαλογοσύρτες
Κλητικήαλογοσύρτηαλογοσύρτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →