αλουμίνιο
•
- χημείαελαφρύ και ανθεκτικό υλικό (μέταλλο) που προέρχεται από κράμα αργιλίου Βικιλεξικό
- Χυτήριο για τη δημιουργία κολώνων αλουμινίου από πρωτόχυτο ή δευτερόχυτο (ανακυκλωμένο) αλουμίνιο (Η ελληνική πολυεθνική με 30 χρόνια εντυπωσιακής ανάπτυξης, εφημ. Καθημερινή, 05/06/2019 https://www.kathimerini.gr/economy/business/1026658/i-elliniki-polyethniki-me-30-chronia-entyposiakis-anaptyxis/)
- κατ’ επέκτασηαντικείμενο από αλουμίνιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλουμίνιο < (άμεσο δάνειο) αγγλική aluminium < λατινική alumen < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂elud-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλουμίνιο | αλουμίνια |
| Γενική | αλουμίνιου / αλουμινίου | αλουμινίων |
| Αιτιατική | αλουμίνιο | αλουμίνια |
| Κλητική | αλουμίνιο | αλουμίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →