Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλουργίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η βασιλική πορφύρα των βυζαντινών χρόνων Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάείδος πανωφοριού πορφυρού χρώματος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηκάθε πορφυρόχρωμο ένδυμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλουργίδα < αρχαία ελληνική ἁλουργίς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλουργίδααλουργίδες
Γενικήαλουργίδαςαλουργίδων
Αιτιατικήαλουργίδααλουργίδες
Κλητικήαλουργίδααλουργίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →