αλουσιά
•
- το να μην έχει λουστεί κάποιος, να μην έχει πλυθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλουσιά < μεσαιωνική ελληνική αλουσιά < αρχαία ελληνική ἀλουσία < λούω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλουσιά | αλουσιές |
| Γενική | αλουσιάς | αλουσιών |
| Αιτιατική | αλουσιά | αλουσιές |
| Κλητική | αλουσιά | αλουσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →