Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλουσιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να μην έχει λουστεί κάποιος, να μην έχει πλυθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλουσιά < μεσαιωνική ελληνική αλουσιά < αρχαία ελληνική ἀλουσία < λούω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλουσιάαλουσιές
Γενικήαλουσιάςαλουσιών
Αιτιατικήαλουσιάαλουσιές
Κλητικήαλουσιάαλουσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →