αλούτερος
•
- ο λουθηρανός και υβριστικά ο αιρετικός Βικιλεξικό
- Ο Καποδίστριας ακούσας των φωνών του κορυβαντιώντος πλήθους, έσπευσε προς τον εξώστην, ενώ το πλήθος, μαινόμενον ως αι προ της καταιγίδος ασυνήθεις βρονταί, εφώναζε "Κάτω ο Αλούτερος με τις πατάτες του!" (Κωνσταντίνου Δ. Τριανταφυλλοπούλου, Θεός και Θέμις, 1912)
- ο παράξενος, ο ασυνήθιστος, ο αιρετικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλούτερος < Λούθηρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλούτερος | αλούτερη | αλούτερο |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →