Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλτήρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. όργανο εκγύμνασης αποτελούμενο από δύο βάρη που συνδέονται με μια μεταλλική ράβδο Βικιλεξικό
  2. όργανο που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές στην αρχαία Ελλάδα, προκειμένου να αντεπεξέλθουν καλύτερα σε επιχειρούμενο άλμα Βικιλεξικό
    • Οι αλτήρες ήταν λίθινα ή μολύβδινα βάρη που χρησιμοποιούσαν οι άλτες κατά την εκτέλεση του αγωνίσματος, για να δώσουν μεγαλύτερη ώθηση στο σώμα τους. Με αυτούς, όμως, εξασκούσαν επίσης τα χέρια και τα δάκτυλά τους (αλτηροβολία). (*)

Ετυμολογία

αλτήρας < (λόγιο δάνειο) γαλλική haltère < λατινικά halteres (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική ἁλτῆρες, πληθυντικός αριθμός του ἁλτήρ < ἅλλομαι (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλτήραςαλτήρες
Γενικήαλτήρααλτήρων
Αιτιατικήαλτήρααλτήρες
Κλητικήαλτήρααλτήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →