αλυσέλικτρο
•
- τύμπανο περιέλιξης αλυσίδας Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: το τύμπανο βαρούλκου άγκυρας που φέρει γλυφές στις οποίες θηλυκώνουν οι κρίκοι της καδένας της. Βικιλεξικό
- συνεκδοχικά: κάθε παρόμοιο τύμπανο ή ράγουλο απ΄ όπου διέρχεται ελεγχόμενα αλυσίδα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλυσέλικτρο < αλυσίδα + έλικτρο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλυσέλικτρο | αλυσέλικτρα |
| Γενική | αλυσέλικτρου | αλυσέλικτρων |
| Αιτιατική | αλυσέλικτρο | αλυσέλικτρα |
| Κλητική | αλυσέλικτρο | αλυσέλικτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →