Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλυσέλικτρο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τύμπανο περιέλιξης αλυσίδας Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όρος: το τύμπανο βαρούλκου άγκυρας που φέρει γλυφές στις οποίες θηλυκώνουν οι κρίκοι της καδένας της. Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικά: κάθε παρόμοιο τύμπανο ή ράγουλο απ΄ όπου διέρχεται ελεγχόμενα αλυσίδα. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλυσέλικτρο < αλυσίδα + έλικτρο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλυσέλικτροαλυσέλικτρα
Γενικήαλυσέλικτρουαλυσέλικτρων
Αιτιατικήαλυσέλικτροαλυσέλικτρα
Κλητικήαλυσέλικτροαλυσέλικτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →