αλυσοδένω
•
- δένω με αλυσίδα Βικιλεξικό
- σκλαβώνω, υποδουλώνω, στερώ την ελευθερία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλυσοδένω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀλυσοδένω < ἅλυσ(ος) + -ο- + δένω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλυσοδένω | αλυσοδένεις | αλυσοδένει | αλυσοδένουμε | αλυσοδένετε | αλυσοδένουν / αλυσοδένουνε |
| Παρατατικός | αλυσόδενα | αλυσόδενες | αλυσόδενε | αλυσοδέναμε | αλυσοδένατε | αλυσοδέναν / αλυσοδένανε / αλυσόδεναν |
| Αόριστος | αλυσόδεσα | αλυσόδεσες | αλυσόδεσε | αλυσοδέσαμε | αλυσοδέσατε | αλυσοδέσαν / αλυσοδέσανε / αλυσόδεσαν |
| Μέλλοντας | θα αλυσοδένω / θα αλυσοδέσω | θα αλυσοδένεις / θα αλυσοδέσεις | θα αλυσοδένει / θα αλυσοδέσει | θα αλυσοδένουμε / θα αλυσοδέσουμε | θα αλυσοδένετε / θα αλυσοδέσετε | θα αλυσοδένουν / θα αλυσοδένουνε / θα αλυσοδέσουν / θα αλυσοδέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλυσοδέσει | έχεις αλυσοδέσει | έχει αλυσοδέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλυσοδέσει | είχες αλυσοδέσει | είχε αλυσοδέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλυσοδέσει / να αλυσοδένω / να αλυσοδέσω | να έχεις αλυσοδέσει / να αλυσοδένεις / να αλυσοδέσεις | να έχει αλυσοδέσει / να αλυσοδένει / να αλυσοδέσει | να αλυσοδένουμε / να αλυσοδέσουμε | να αλυσοδένετε / να αλυσοδέσετε | να αλυσοδένουν / να αλυσοδένουνε / να αλυσοδέσουν / να αλυσοδέσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αλυσοδεμένο / αλυσόδενε / αλυσόδεσε | — | — | αλυσοδένετε / αλυσοδέστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλυσοδέθηκααλυσοδένομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →