αλυσότρυπα
•
- ναυτικός όροςη τρύπα απ’ την οποία περνά η αλυσίδα (της άγκυρας ενός πλοίου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλυσότρυπα < άλυσ(ος) + -ό- + τρύπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλυσότρυπα | αλυσότρυπες |
| Γενική | αλυσότρυπας | αλυσότρυπων |
| Αιτιατική | αλυσότρυπα | αλυσότρυπες |
| Κλητική | αλυσότρυπα | αλυσότρυπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →