Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλυχτάω

/a.liˈxta.o/ρήμα
•
  1. λαϊκότροπογαβγίζω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηφωνάζω, ουρλιάζω Βικιλεξικό
    • Ένα τσακάλι αλυχτούσε κάπου εκεί κοντά.

Ετυμολογία

αλυχτάω < αλυχ(τώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀλυχτῶ < ελληνιστική κοινή ἀλυκτῶ (ἀλυκτέω) < αρχαία ελληνική ὑλακτῶ (ὑλακτέω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαλυχτάω / αλυχτώαλυχτάςαλυχτά / αλυχτάειαλυχτάμε / αλυχτούμεαλυχτάτεαλυχτάν / αλυχτάνε / αλυχτούν / αλυχτούνε
Παρατατικόςαλυχτούσααλυχτούσεςαλυχτούσεαλυχτούσαμεαλυχτούσατεαλυχτούσαν / αλυχτούσανε
Αόριστοςαλύχτησααλύχτησεςαλύχτησεαλυχτήσαμεαλυχτήσατεαλυχτήσαν / αλυχτήσανε / αλύχτησαν
Μέλλονταςθα αλυχτάω / θα αλυχτήσω / θα αλυχτώθα αλυχτάς / θα αλυχτήσειςθα αλυχτά / θα αλυχτάει / θα αλυχτήσειθα αλυχτάμε / θα αλυχτήσουμε / θα αλυχτούμεθα αλυχτάτε / θα αλυχτήσετεθα αλυχτάν / θα αλυχτάνε / θα αλυχτήσουν / θα αλυχτήσουνε / θα αλυχτούν / θα αλυχτούνε
Παρακείμενοςέχω αλυχτήσειέχεις αλυχτήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα αλυχτήσει—————
Υποτακτικήνα έχω αλυχτήσει / να αλυχτάω / να αλυχτήσω / να αλυχτώνα έχεις αλυχτήσει / να αλυχτάς / να αλυχτήσειςνα αλυχτά / να αλυχτάει / να αλυχτήσεινα αλυχτάμε / να αλυχτήσουμε / να αλυχτούμενα αλυχτάτε / να αλυχτήσετενα αλυχτάν / να αλυχτάνε / να αλυχτήσουν / να αλυχτήσουνε / να αλυχτούν / να αλυχτούνε
Προστακτική—αλύχτα / αλύχταγε / αλύχτησε——αλυχτάτε / αλυχτήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →