αλφαβητίζω
•
- τοποθετώ σε αλφαβητική σειρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλφαβητίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική alphabetize < alphabet + -ise (-ίζω) < αρχαία ελληνική ἀλφάβητος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλφαβητίζω | αλφαβητίζεις | αλφαβητίζει | αλφαβητίζουμε | αλφαβητίζετε | αλφαβητίζουν / αλφαβητίζουνε |
| Παρατατικός | αλφαβήτιζα | αλφαβήτιζες | αλφαβήτιζε | αλφαβητίζαμε | αλφαβητίζατε | αλφαβήτιζαν / αλφαβητίζαν / αλφαβητίζανε |
| Αόριστος | αλφαβήτισα | αλφαβήτισες | αλφαβήτισε | αλφαβητίσαμε | αλφαβητίσατε | αλφαβήτισαν / αλφαβητίσαν / αλφαβητίσανε |
| Μέλλοντας | θα αλφαβητίζω / θα αλφαβητίσω | θα αλφαβητίζεις / θα αλφαβητίσεις | θα αλφαβητίζει / θα αλφαβητίσει | θα αλφαβητίζουμε / θα αλφαβητίσουμε | θα αλφαβητίζετε / θα αλφαβητίσετε | θα αλφαβητίζουν / θα αλφαβητίζουνε / θα αλφαβητίσουν / θα αλφαβητίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλφαβητίσει | έχεις αλφαβητίσει | έχει αλφαβητίσει | έχουμε αλφαβητίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλφαβητίσει | είχες αλφαβητίσει | είχε αλφαβητίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλφαβητίσει / να αλφαβητίζω / να αλφαβητίσω | να έχεις αλφαβητίσει / να αλφαβητίζεις / να αλφαβητίσεις | να έχει αλφαβητίσει / να αλφαβητίζει / να αλφαβητίσει | να έχουμε αλφαβητίσει / να αλφαβητίζουμε / να αλφαβητίσουμε | να αλφαβητίζετε / να αλφαβητίσετε | να αλφαβητίζουν / να αλφαβητίζουνε / να αλφαβητίσουν / να αλφαβητίσουνε |
| Προστακτική | — | αλφαβήτιζε / αλφαβήτισε | — | — | αλφαβητίζετε / αλφαβητίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλφαβητίστηκααλφαβητίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →