Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλφαδιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόη εφαρμογή του αλφαδιάσματος Βικιλεξικό
  2. προφορικόσημείο στην ευθεία που υποδεικνύει το αλφάδι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλφαδιά < αλφάδι + -ιά < μεσαιωνική ελληνική ἀλφάδιον, υποκοριστικό του ἄλφα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλφαδιάαλφαδιές
Γενικήαλφαδιάςαλφαδιών
Αιτιατικήαλφαδιάαλφαδιές
Κλητικήαλφαδιάαλφαδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →