Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλφαμίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτική αργκόστρατιώτης ή υπαξιωματικός που εκτελεί υπηρεσία ασφαλείας, της λεγόμενης «Αστυνομίας Μονάδας», σε στρατόπεδο ή στρατιωτική εγκατάσταση Βικιλεξικό
    • Εμφανιζόμενα πρόσωπα [→] Α' Τάγμα, Αλφαμίτης. Τόποι φωτογραφία[ς] [→] Α' Τάγμα Σκαπανέων Μακρονήσου. Σημειώσεις [→] Υποσημείωση στο πίσω μέρος της φωτογραφίας: «Αλφαμίτης της συνοδείας του Δ/τή και βασανιστής των σκαπανέων»
    • Δυο οικογένειες διασχίζουν το χρόνο. Ένας διορθωτής, η γυναίκα του, ένας αλφαμίτης. Πώς ένας σκαπανέας γίνεται συγγραφέας και γιατί η κοπέλα του ανήκει σε άλλον
  2. στρατιωτική αργκόφρουρός της πύλης στρατιωτικής μονάδας, που ελέγχει την είσοδο και την έξοδο προσώπων και οχημάτων Βικιλεξικό
    • Ο Αλφαμίτης δεκανέας στην Πύλη ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, με τα χέρια στη μέση. —Για πού το βάλαμε φιλάρα; ρώτησε. Έδειξα με το κεφάλι το Στρατόπεδο, πίσω από την πλάτη του. —Μέσα, είπα. Ο Αλφαμίτης έσκασε κακό χαμόγελο. —Μπα, μπα, το πουλάκι μου! έκανε. Μέσα πάει …

Ετυμολογία

αλφαμίτης < άλφα (από το αρχικό Αστυνομία) + μ(ι) (αρχικό για το Μονάδας) + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαλφαμίτηςαλφαμίτες
Γενικήαλφαμίτηαλφαμιτών
Αιτιατικήαλφαμίτηαλφαμίτες
Κλητικήαλφαμίτηαλφαμίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →