αλχημιστικός
•
- που έχει σχέση με τον αλχημιστή ή την αλχημεία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλχημιστικός < αλχημιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλχημιστικός | αλχημιστική | αλχημιστικό |
| Γενική | αλχημιστικού | αλχημιστικής | αλχημιστικού |
| Αιτιατική | αλχημιστικό | αλχημιστική | αλχημιστικό |
| Κλητική | αλχημιστικέ | αλχημιστική | αλχημιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλχημιστικοί | αλχημιστικές | αλχημιστικά |
| Γενική | αλχημιστικών | αλχημιστικών | αλχημιστικών |
| Αιτιατική | αλχημιστικούς | αλχημιστικές | αλχημιστικά |
| Κλητική | αλχημιστικοί | αλχημιστικές | αλχημιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →