Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλχημιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αλχημιστή ή την αλχημεία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλχημιστικός < αλχημιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλχημιστικόςαλχημιστικήαλχημιστικό
Γενικήαλχημιστικούαλχημιστικήςαλχημιστικού
Αιτιατικήαλχημιστικόαλχημιστικήαλχημιστικό
Κλητικήαλχημιστικέαλχημιστικήαλχημιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλχημιστικοίαλχημιστικέςαλχημιστικά
Γενικήαλχημιστικώναλχημιστικώναλχημιστικών
Αιτιατικήαλχημιστικούςαλχημιστικέςαλχημιστικά
Κλητικήαλχημιστικοίαλχημιστικέςαλχημιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →