αλωνάρης
•
- ο εργαζόμενος σε αλώνι, αυτός που αλωνίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλωνάρης < αλών(ι) + -άρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλωνάρης | αλωνάρης | αλωνάρης |
| Γενική | αλωνάρη | αλωνάρη | αλωνάρη |
| Αιτιατική | αλωνάρη | αλωνάρη | αλωνάρη |
| Κλητική | αλωνάρη | αλωνάρη | αλωνάρη |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλωνάρηδες | αλωνάρηδες | αλωνάρηδες |
| Γενική | αλωνάρηδων | αλωνάρηδων | αλωνάρηδων |
| Αιτιατική | αλωνάρηδες | αλωνάρηδες | αλωνάρηδες |
| Κλητική | αλωνάρηδες | αλωνάρηδες | αλωνάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →