αλωνιστικός
•
- αυτός που σχετίζεται με το αλώνισμα Βικιλεξικό
- ως ουσιαστικότα αλωνιστικά: τα χρήματα που ο ιδιοκτήτης του χωραφιού πληρώνει για το αλώνισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλωνιστικός < θέμα αλωνισ- (< αλωνίζω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλωνιστικός | αλωνιστική | αλωνιστικό |
| Γενική | αλωνιστικού | αλωνιστικής | αλωνιστικού |
| Αιτιατική | αλωνιστικό | αλωνιστική | αλωνιστικό |
| Κλητική | αλωνιστικέ | αλωνιστική | αλωνιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλωνιστικοί | αλωνιστικές | αλωνιστικά |
| Γενική | αλωνιστικών | αλωνιστικών | αλωνιστικών |
| Αιτιατική | αλωνιστικούς | αλωνιστικές | αλωνιστικά |
| Κλητική | αλωνιστικοί | αλωνιστικές | αλωνιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →