αλωνοθερίζω
•
- ιδιωματικόθερίζω και (κατόπιν) αλωνίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλωνοθερίζω < αλωνίζω + -ο- + θερίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλωνοθερίζω | αλωνοθερίζεις | αλωνοθερίζει | αλωνοθερίζουμε | αλωνοθερίζετε | αλωνοθερίζουν / αλωνοθερίζουνε |
| Παρατατικός | αλωνοθέριζα | αλωνοθέριζες | αλωνοθέριζε | αλωνοθερίζαμε | αλωνοθερίζατε | αλωνοθέριζαν / αλωνοθερίζαν / αλωνοθερίζανε |
| Αόριστος | αλωνοθέρισα | αλωνοθέρισες | αλωνοθέρισε | αλωνοθερίσαμε | αλωνοθερίσατε | αλωνοθέρισαν / αλωνοθερίσαν / αλωνοθερίσανε |
| Μέλλοντας | θα αλωνοθερίζω / θα αλωνοθερίσω | θα αλωνοθερίζεις / θα αλωνοθερίσεις | θα αλωνοθερίζει / θα αλωνοθερίσει | θα αλωνοθερίζουμε / θα αλωνοθερίσουμε | θα αλωνοθερίζετε / θα αλωνοθερίσετε | θα αλωνοθερίζουν / θα αλωνοθερίζουνε / θα αλωνοθερίσουν / θα αλωνοθερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλωνοθερίσει | έχεις αλωνοθερίσει | έχει αλωνοθερίσει | έχουμε αλωνοθερίσει | έχετε αλωνοθερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλωνοθερίσει | είχες αλωνοθερίσει | είχε αλωνοθερίσει | είχαμε αλωνοθερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλωνοθερίσει / να αλωνοθερίζω / να αλωνοθερίσω | να έχεις αλωνοθερίσει / να αλωνοθερίζεις / να αλωνοθερίσεις | να έχει αλωνοθερίσει / να αλωνοθερίζει / να αλωνοθερίσει | να έχουμε αλωνοθερίσει / να αλωνοθερίζουμε / να αλωνοθερίσουμε | να έχετε αλωνοθερίσει / να αλωνοθερίζετε / να αλωνοθερίσετε | να αλωνοθερίζουν / να αλωνοθερίζουνε / να αλωνοθερίσουν / να αλωνοθερίσουνε |
| Προστακτική | — | αλωνοθέριζε / αλωνοθέρισε | — | — | αλωνοθερίζετε / αλωνοθερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →