Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλόγιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε συμφωνεί με τη λογική Βικιλεξικό
    • Αλόγιστος ή επικίνδυνος οδήγησις (Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 (86/1972), Κύπρος http://www.cylaw.org/nomoi/enop/ind/1972_1_86/section-sc7d992a61-15f5-486f-a33b-02c6467dffd4.html)

Ετυμολογία

αλόγιστος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλόγιστοςαλόγιστηαλόγιστο
Γενικήαλόγιστουαλόγιστηςαλόγιστου
Αιτιατικήαλόγιστοαλόγιστηαλόγιστο
Κλητικήαλόγιστεαλόγιστηαλόγιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλόγιστοιαλόγιστεςαλόγιστα
Γενικήαλόγιστωναλόγιστωναλόγιστων
Αιτιατικήαλόγιστουςαλόγιστεςαλόγιστα
Κλητικήαλόγιστοιαλόγιστεςαλόγιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →