αλόη
•
- φυτόποώδες εύχυμο φυτό με φαρμακευτικές και αρωματικές ιδιότητες Βικιλεξικό
- υγρό με φαρμακευτικές και αρωματικές ιδιότητες που παράγεται από το φυτό αλόη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλόη < ελληνιστική κοινή ἀλόη < εβραϊκή אהל (ʾāhāl) < ταμίλ அகில் (akil) < πρωτοδραβιδική *akiṛ- ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aloès ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική aloe ή (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Αloe)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλόη | αλόες |
| Γενική | αλόης | αλοών |
| Αιτιατική | αλόη | αλόες |
| Κλητική | αλόη | αλόες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →