αλύγιστος
•
- που δεν έχει λυγίσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου παραμένει σταθερός στις απόψεις του παρά τις αντιξοότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλύγιστος < α- στερητικό + λυγίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλύγιστος | αλύγιστη | αλύγιστο |
| Γενική | αλύγιστου | αλύγιστης | αλύγιστου |
| Αιτιατική | αλύγιστο | αλύγιστη | αλύγιστο |
| Κλητική | αλύγιστε | αλύγιστη | αλύγιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλύγιστοι | αλύγιστες | αλύγιστα |
| Γενική | αλύγιστων | αλύγιστων | αλύγιστων |
| Αιτιατική | αλύγιστους | αλύγιστες | αλύγιστα |
| Κλητική | αλύγιστοι | αλύγιστες | αλύγιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →