Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλύγιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει λυγίσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου παραμένει σταθερός στις απόψεις του παρά τις αντιξοότητες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλύγιστος < α- στερητικό + λυγίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλύγιστοςαλύγιστηαλύγιστο
Γενικήαλύγιστουαλύγιστηςαλύγιστου
Αιτιατικήαλύγιστοαλύγιστηαλύγιστο
Κλητικήαλύγιστεαλύγιστηαλύγιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλύγιστοιαλύγιστεςαλύγιστα
Γενικήαλύγιστωναλύγιστωναλύγιστων
Αιτιατικήαλύγιστουςαλύγιστεςαλύγιστα
Κλητικήαλύγιστοιαλύγιστεςαλύγιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →