Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάλαγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μαλαχτεί Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουν πειράξει, δεν τον έχουν ακουμπήσει Βικιλεξικό
  3. που δεν του έχουν γίνει προσμίξεις με άλλα υλικά Βικιλεξικό
  4. που δεν έχει βοσκηθεί Βικιλεξικό
  5. που δεν υποχωρεί, δεν μεταπείθεται Βικιλεξικό
  6. γνήσιος, αγνός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμάλαγος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀμάλαγος < ἀ- + μαλάσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάλαγοςαμάλαγηαμάλαγο
Γενικήαμάλαγουαμάλαγηςαμάλαγου
Αιτιατικήαμάλαγοαμάλαγηαμάλαγο
Κλητικήαμάλαγεαμάλαγηαμάλαγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάλαγοιαμάλαγεςαμάλαγα
Γενικήαμάλαγωναμάλαγωναμάλαγων
Αιτιατικήαμάλαγουςαμάλαγεςαμάλαγα
Κλητικήαμάλαγοιαμάλαγεςαμάλαγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →