αμάν
•
- δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια Βικιλεξικό
- Αμάν! Ξέχασα τα κλειδιά. Γυρνάμε πίσω...
- δυσαρέσκεια, αποδοκιμασία Βικιλεξικό
- Αμάν βρε παιδάκι μου! Πού τό 'χεις το μυαλό σου;
- απόγνωση Βικιλεξικό
- Αμάν τι πάθαμε... Θα μείνουμε από βενζίνη...
- αγανάκτηση Βικιλεξικό
- Αμάν! βρε γυναίκα... Κάτσε επιτέλους ήσυχη! Με ζάλισες πια...
- θαυμασμό, χαρά Βικιλεξικό
- Αμάν! Τι όμορφα που είναι εδώ την άνοιξη. Το καλοκαίρι είναι όλα κίτρινα...
- ξελάφρωμα μετά από δοκιμασία/ταλαιπωρία Βικιλεξικό
- Ουφ αμάν!... Επιτέλους φτάσαμε!
- επιθυμία, ανυπόμονη Βικιλεξικό
- Αμάν να έρθουν οι διακοπές !
- Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
αμάν < (άμεσο δάνειο) τουρκική aman (έλεος!, φιλοξενία, κατάλυμα) < αραβική امان (aman, ηρεμία, ειρήνη)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →