Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάν

/aˈman/επιφώνημα
•
  1. δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια Βικιλεξικό
    • Αμάν! Ξέχασα τα κλειδιά. Γυρνάμε πίσω...
  2. δυσαρέσκεια, αποδοκιμασία Βικιλεξικό
    • Αμάν βρε παιδάκι μου! Πού τό 'χεις το μυαλό σου;
  3. απόγνωση Βικιλεξικό
    • Αμάν τι πάθαμε... Θα μείνουμε από βενζίνη...
  4. αγανάκτηση Βικιλεξικό
    • Αμάν! βρε γυναίκα... Κάτσε επιτέλους ήσυχη! Με ζάλισες πια...
  5. θαυμασμό, χαρά Βικιλεξικό
    • Αμάν! Τι όμορφα που είναι εδώ την άνοιξη. Το καλοκαίρι είναι όλα κίτρινα...
  6. ξελάφρωμα μετά από δοκιμασία/ταλαιπωρία Βικιλεξικό
    • Ουφ αμάν!... Επιτέλους φτάσαμε!
  7. επιθυμία, ανυπόμονη Βικιλεξικό
    • Αμάν να έρθουν οι διακοπές !
    • Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

αμάν < (άμεσο δάνειο) τουρκική aman (έλεος!, φιλοξενία, κατάλυμα) < αραβική امان (aman, ηρεμία, ειρήνη)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →