Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάξι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα Βικιλεξικό
  2. το αυτοκίνητο Βικιλεξικό
    • Αγοράζει κι αυτός ένα ωραίο αμάξι που έστραφτε, μια φορεσιά βασιλική, ντύνεται όμορφα όμορφα και κατεβαίνει στο βασιλιά. (Μανόλης Γ. Βαρβούνης, Αφήγηση και αφηγητές στα ελληνικά παραμύθια: η περίπτωση, 1998, σελ. 50)

Ετυμολογία

αμάξι < αρχαία ελληνική ἁμάξιον < ἅμαξα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμάξιαμάξια
Γενικήαμαξιούαμαξιών
Αιτιατικήαμάξιαμάξια
Κλητικήαμάξιαμάξια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →