Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάαρδευτικό αυλάκι Βικιλεξικό
  2. υπόνομος, οχετός Βικιλεξικό
  3. ζωολογίαη κοινή έξοδος για το πεπτικό,το ουροποιητικό και το αναπαραγωγικό σύστημα στα αμφίβια, ερπετά και πτηνά Βικιλεξικό
    • Αντιθέτως οι κόκορες διαθέτουν μια πολύ μικρή φαλλική προεξοχή και εξασφαλίζουν τη διαιώνιση του είδους τους μέσω της αμάρας (ή κλοάκης), της κοινής εξόδου του πεπτικού, του ουροποιητικού και του αναπαραγωγικού συστήματός τους, την οποία διαθέτουν και οι κότες: το σπέρμα περνάει στο θηλυκό όταν οι δυο παρτενέρ ενώνουν τα εν λόγω σημεία στο λεγόμενο «φιλί της κλοάκης». (*)

Ετυμολογία

αμάρα < αρχαία ελληνική ἀμάρα (3: (σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) conduit)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμάρααμάρες
Γενικήαμάραςαμαρών
Αιτιατικήαμάρααμάρες
Κλητικήαμάρααμάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →