Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάραντος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φυτόαγριολούλουδο με την επιστημονική ονομασία Λειμώνιο το Κολπωτό, που μαραίνεται δύσκολα. Ο ελίχρυσος. Βικιλεξικό
    • Για ιδέστε τον αμάραντο σε τι βουνά φυτρώνει. (Δημοτικό τραγόυδι)
  2. Αμάραντος: τοπωνύμιο πολλών ελληνικών τόπων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμάραντος < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + μαραίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμάραντη / αμάραντος / αμάραντοαμάραντες / αμάραντοι / αμάραντα
Γενικήαμάραντης / αμάραντου / αμάραντουαμάραντων / αμάραντων / αμάραντων
Αιτιατικήαμάραντη / αμάραντο / αμάραντοαμάραντες / αμάραντους / αμάραντα
Κλητικήαμάραντη / αμάραντε / αμάραντοαμάραντες / αμάραντοι / αμάραντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αμάραντος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μαραθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμάραντος < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + μαραίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάραντοςαμάραντηαμάραντο
Γενικήαμάραντουαμάραντηςαμάραντου
Αιτιατικήαμάραντοαμάραντηαμάραντο
Κλητικήαμάραντεαμάραντηαμάραντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάραντοιαμάραντεςαμάραντα
Γενικήαμάραντωναμάραντωναμάραντων
Αιτιατικήαμάραντουςαμάραντεςαμάραντα
Κλητικήαμάραντοιαμάραντεςαμάραντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →