αμάρτημα
•
- θρησκείαη παραβίαση ενός ηθικού κανόνα ή του θείου νόμου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη παραβίαση οποιωνδήποτε κανόνων, αρχών κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμάρτημα < αρχαία ελληνική ἁμάρτημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμάρτημα | αμαρτήματα |
| Γενική | αμαρτήματος | αμαρτημάτων |
| Αιτιατική | αμάρτημα | αμαρτήματα |
| Κλητική | αμάρτημα | αμαρτήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →