αμάρτυρος
•
- που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαγια όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη. Βικιλεξικό
- παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη *λύκη που απαντά σε σύνθετα όπως: ἀμφιλύκη
- γλωσσολογίαγια όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη. Βικιλεξικό
- παράδειγμα: για το ρήμα ἄγω η πρωτοελληνική *ágō (*ágōστο στο αγγλικό Βικιλεξικό)
- παράδειγμα: πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr (δείτε την αρχαία πατήρ)
Ετυμολογία
αμάρτυρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμάρτυρος (χωρίς μάρτυρες ή μαρτυρία) < ἀ- + μάρτυς, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική unbezeugt ή την αγγλική unattested
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμάρτυρος | αμάρτυρη | αμάρτυρο |
| Γενική | αμάρτυρου | αμάρτυρης | αμάρτυρου |
| Αιτιατική | αμάρτυρο | αμάρτυρη | αμάρτυρο |
| Κλητική | αμάρτυρε | αμάρτυρη | αμάρτυρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμάρτυροι | αμάρτυρες | αμάρτυρα |
| Γενική | αμάρτυρων | αμάρτυρων | αμάρτυρων |
| Αιτιατική | αμάρτυρους | αμάρτυρες | αμάρτυρα |
| Κλητική | αμάρτυροι | αμάρτυρες | αμάρτυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →