Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμάρτυρος

/aˈmaɾ.ti.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαγια όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη. Βικιλεξικό
    • παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη *λύκη που απαντά σε σύνθετα όπως: ἀμφιλύκη
  3. γλωσσολογίαγια όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη. Βικιλεξικό
    • παράδειγμα: για το ρήμα ἄγω η πρωτοελληνική *ágō (*ágōστο στο αγγλικό Βικιλεξικό)
    • παράδειγμα: πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr (δείτε την αρχαία πατήρ)

Ετυμολογία

αμάρτυρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμάρτυρος (χωρίς μάρτυρες ή μαρτυρία) < ἀ- + μάρτυς, σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική unbezeugt ή την αγγλική unattested

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάρτυροςαμάρτυρηαμάρτυρο
Γενικήαμάρτυρουαμάρτυρηςαμάρτυρου
Αιτιατικήαμάρτυροαμάρτυρηαμάρτυρο
Κλητικήαμάρτυρεαμάρτυρηαμάρτυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμάρτυροιαμάρτυρεςαμάρτυρα
Γενικήαμάρτυρωναμάρτυρωναμάρτυρων
Αιτιατικήαμάρτυρουςαμάρτυρεςαμάρτυρα
Κλητικήαμάρτυροιαμάρτυρεςαμάρτυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →