άμε
•
- λαϊκότροποισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε Βικιλεξικό
- άμε στο καλό!
Ετυμολογία
άμε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄμε, προστακτική του πηγαίνω < ἄγωμε < αρχαία ελληνική ἄγωμεν < ἄγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →