Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμέλεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςη απροσεξία ως αιτία μιας αξιόποινης πράξης Βικιλεξικό
    • Ο Δράκων, καθιέρωσε την ίση ποινική μεταχείριση όλων, χωρίς ταξικές ή άλλου είδους διακρίσεις. Ανάγεται δε σε αυτόν η σημαντική διάκριση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και από αμέλεια. Ο φόνος πλέον διακρίνεται σε εκούσιο και ακούσιο, εκ προνοίας και μη εκ προνοίας, διάκριση που αναφέρεται στην ψυχική στάση του δράστη έναντι της πράξης του, την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και που έως σήμερα ακολουθείται από τη θεωρία του Ποινικού Δικαίου.

Ετυμολογία

αμέλεια < αρχαία ελληνική ἀμέλεια < ἀμελής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμέλειααμέλειες
Γενικήαμέλειαςαμελειών
Αιτιατικήαμέλειααμέλειες
Κλητικήαμέλειααμέλειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →