Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμέριμνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ξέγνοιαστος και χαλαρός ή πάντως ασχολείται με κάποια ζητήματα άσχετα από ένα κεντρικό πρόβλημα που τον/την απειλεί χωρίς να το ξέρει ακόμα. Η λέξη ξέγνοιαστος δεν υποδηλώνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα που αγνοεί το άτομο ή το υποκείμενο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμέριμνος < α- (στερητικό) + μέριμνα < μεριμνώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμέριμνοςαμέριμνηαμέριμνο
Γενικήαμέριμνουαμέριμνηςαμέριμνου
Αιτιατικήαμέριμνοαμέριμνηαμέριμνο
Κλητικήαμέριμνεαμέριμνηαμέριμνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμέριμνοιαμέριμνεςαμέριμνα
Γενικήαμέριμνωναμέριμνωναμέριμνων
Αιτιατικήαμέριμνουςαμέριμνεςαμέριμνα
Κλητικήαμέριμνοιαμέριμνεςαμέριμνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →