αμέτι μουχαμέτι
•
- παρωχημένοο λαός του Μωάμεθ, οι Μωαμεθανοί (σε ελληνικά κείμενα του 19ου αιώνα ή νωρίτερα, σε πολλές ορθογραφικές παραλλαγές / μεταγραφές, δες παρακάτω στο ) Βικιλεξικό
- Τ' ασκέρι του Βελήπασα πήρε να γονατίση,
- Στον ντίν ντουσμάνη πολεμά την πλάτη να γυρίση.
- Κι' ο Σιλιχτάρης φώναξε «Αμέτι Μωχαμέτη»,
- Στον ντίν ντουσμάνη σήμερα να κάμωμε γαϊρέτη.
- προφορικόοπωσδήποτε, πεισματικά, ντε και καλά, με κάθε τρόπο Βικιλεξικό
- ο μικρός Πασκάλ εκεί: το 'χε βάλει αμέτι μουχαμέτι να μάθει άλγεβρα και γεωμετρία. (Εφημερίδα των Συντακτών, 04/12/2016 *)
Ετυμολογία
αμέτι μουχαμέτι < τουρκική ümmet-i Muhammed < ümmeti (ή ümmet-i) + Muhammed (κυριολεκτικά: «ο λαός του προφήτη» «Μωάμεθ» - οι Μωαμεθανοί, όπως αντίστοιχα ümmet-i Mûsâ - ο λαός του προφήτη Μωυσή - οι Εβραίοι, ümmet-i Îsâ - ο λαός του προφήτη Ιησού - οι Χριστιανοί)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →